Σκιάθος, ο Παπαδιαμάντης και η Φόνισσα

Πόλη Σκιάθου, η οικία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (μέσα 19ου αιώνα), ιστορικό διατηρητέο μνημείο
Πόλη Σκιάθου, η οικία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (μέσα 19ου αιώνα), ιστορικό διατηρητέο μνημείο
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Νυχτερινή άποψη της πόλης της Σκιάθου
Νυχτερινή άποψη της πόλης της Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
Πόλη Σκιάθου
17 φωτογραφίες
Φωτό:
Ύστερον απ' ολίγων λεπτών της ώρας κυνηγητόν, η Φραγκογιαννού έφθασεν εις την τοποθεσίαν, την οποίαν ο Καμπαναχμάκης είχεν ονομάσει «το Μονοπάτι στο Κλήμα». Ήτον βράχος εισέχων αποτόμως προς τα έσω, σχηματίζων μικρόν ζύγωμα (τόξο, γέφυρα), κάτωθεν του οποίου έχασκεν η άβυσσος, η θάλασσα. Άνω του ζυγώματος τούτου υπήρχε πάτημα ημισείας παλάμης το πλάτος, όλον δε το πέραμα ήτο τριών ή τεσσάρων βημάτων. Όπως το διέλθη τις, έπρεπε να πιασθή από τον άνω βράχον, βλέπων προς την θάλασσαν, να πατή με την πτέρναν, και να βαδίζη εκ δεξιών προς τα αριστερά. Η ζωή του εκρέματο εις μίαν τρίχα.

Η Φραγκογιαννού έκαμε τον σταυρόν της και δεν εδίστασε. Ούτε υπήρχεν άλλη αίρεσις
(εκλογή) ή προσφυγή. Δρόμος άλλος δεν υπήρχεν επάνω του βράχου. Η γυνή επήρε το καλάθι της εις τους οδόντας, επήδησεν αποφασιστικώς, και διέβη αισίως το φοβερόν πέραμα.

Έφθασαν κατόπιν ασθμαίνοντες οι δύο νομάτοι. Ο χωροφύλαξ είδε το πέραμα κ' εστάθη.

— Σου βαστά η καρδιά σου; είπε με κρυφήν χαιρεκακίαν ο σύντροφός του.
— Δεν είναι άλλος δρόμος;
— Δεν είναι.
— Εσύ θα το 'χης περάσει πολλές φορές, είπεν ο στρατιώτης.
— Εγώ, όχι! ηρνήθη ο αγροφύλαξ.
— Δεν ήσουν τσομπάνης;
— Εγώ έβοσκα πρόβατα στον κάμπο.

Ο χωροφύλαξ εδίστασεν ακόμη.

— Και να μας ρίξη κάτω μια γυναίκα! είπε.
— Δεν προφτάσαμε να την ιδούμε τη στιγμή που περνούσε, είπεν είρων ο δραγάτης. Αν την έβλεπες, θα σου 'κανε καρδιά.
— Αληθινά;
— Δεν ξέρεις πόσες φορές δίνουν το παράδειγμα οι γυναίκες! είπεν ο αγροφύλαξ. Σε καμπόσα πράγματα, δείχνουν πολύ κουράγιο.
— Κ' εγώ θα περάσω! είπεν ο χωροφύλαξ.
— Εμπρός!

Ο χωροφύλαξ έβγαλε το αμπέχονόν του, και το έτεινεν εις τον σύντροφόν του, μείνας με το υποκάμισον. Έκαμε το σημείον του Σταυρού.

— Αν περάσω πέρα, μου το ρίχνεις, είπε.

Εδοκίμασε να πατήση επί του στενού, επιάσθη από τον βράχον. Μετά εν βήμα ωπισθοδρόμησε.

— Μ' έπιασε ζαλάδα, είπεν.

Εν τω μεταξύ η Φραγκογιαννού, τρέχουσα, είχεν ανηφορίσει, και ανήρχετο υψηλότερα εις την ακτήν. Αποκαμωμένη, ήσθμαινεν, εφύσα. Επήγαινε, κ' εστέκετο επί μίαν ανεπαίσθητον στιγμήν, κ' έτεινε τα ώτα ακροωμένη. Ήθελε να βεβαιωθή αν θα διέβαινον το πέραμα οι δύο διώκται της. Αλλά δεν ήκουε τίποτε. Από την βραδύτητα αυτήν εσυμπέρανεν ότι οι δύο «νομάτοι» εδίσταζον πολύ να περάσουν το μονοπάτι.
Τέλος έφθασεν εις του Πουλιού την Βρύση, όπως την είχεν ονομάσει ο Καμπαναχμάκης. Ήτο μία πηγή επάνω εις υψηλόν βράχον, επί του οποίου εσχηματίζετο μικρόν ολισθηρόν οροπέδιον από χώμα, γεμάτον από βρύα και άλλα υγρά χόρτα, τα οποία εφαίνοντο ως να έπλεον εις το νερόν. Η Φραγκογιαννού επάτει καλά διά να μη γλιστρήση και πέση. Από την βρύσιν εκείνην, πράγματι, μόνον τα πετεινά τ' ουρανού ηδύναντο να πίνουν. Η Χαδούλα έκυψε κ' έπιε...

— Αχ! καθώς πίνω απ' τη βρυσούλα σας, πουλάκια μου, είπε, δώστε μου και τη χάρη σας, να πετάξω!...

Κ' εγέλασε μοναχή της, απορούσα πού εύρε τον αστεϊσμόν αυτόν εις τοιαύτην ώραν. Αλλά τα πουλιά, όταν την είδαν, είχαν αγριεύσει, κ' επέταξαν έντρομα...
Εκάθισε, δίπλα εις του Πουλιού την Βρύση, διά να ξαποστάση και πάρη τον ανασασμόν της. Σχεδόν είχε βεβαιωθή πλέον ότι οι δύο «νομάτοι» δεν είχαν κατορθώσει να διαβώσι το Μονοπάτι στο Κλήμα.

Αλλά δεν ησθάνετο ασφάλειαν, η δύστηνος, καθημένη εκεί. Όθεν, μετ' ολίγα λεπτά εσηκώθη, επήρε το καλάθι της, κ' έτρεξε τον κατήφορον. Τώρα πλέον επήγαινεν αποφασιστικώς εις τον Αϊ-Σώστην, εις το Ερημητήριον. Καιρός ήτο, αν εγλύτωνε, να εξαγορευθή
(εξομολογηθεί) τα κρίματά της εις τον γέροντα, τον ασκητήν.
Εις ολίγα λεπτά της ώρας κατήλθε την ακτήν, κ' έφθασεν εις τα χαλίκια του αιγιαλού, εις την άμμον. Αντίκρυσε τον αλίκτυπον
(θαλασσοδαρμένο) βράχον, επάνω εις τον οποίον εφαίνετο ο παλαιός ναΐσκος του Αγίου Σώζοντος. Ο λαιμός της άμμου, ο ενώνων τον μικρόν βράχον με την στερεάν, μόλις ανείχεν ένα δάκτυλον υπεράνω του κύματος. Τώρα ήρχιζε να γίνεται πλημμύρα. Η Φραγκογιαννού εστάθη κ' εδίστασε. «Τάχα δεν θα... ξαναγίνη ρήχη σε λίγη ώρα; είπε. Γιατί να βιαστώ τώρα, να γίνω μούσκεμα;»
Αλλά την ιδίαν στιγμήν ήκουσε θόρυβον όχι μικρόν επί του κρημνού. Δύο άνδρες, ο εις στρατιωτικός, ο άλλος πολίτης, με δύο τουφέκια επ' ώμου, κατήρχοντο τρέχοντες τον κατήφορον. Ο πολίτης δεν ήτον ο δραγάτης τον οποίον είχεν αφήσει οπίσω, με τον ένα χωροφύλακα, ήτον άλλος, κ' εφόρει φράγκικα. Αυτή λοιπόν ήτο η ενέδρα, την οποίαν είχεν υποπτεύσει ευλόγως αυτή, με την οποίαν ηθέλησαν να την βάλουν εις τα στενά; Ιδού ότι τώρα την έφθαναν.
Η Φραγκογιαννού έτρεξεν, έκαμε τον σταυρόν της, κ' επάτησεν επάνω εις το πέραμα της άμμου. Η άμμος ήτον ολισθηρά. Το κύμα ανήρχετο, εφούσκωνε. Η γυνή δεν ωπισθοδρόμησε. Δεν είχεν άλλην σανίδα σωτηρίας. Ούτε αυτήν, την παρούσαν, μάλιστα δεν είχε.
Το κύμα ανέβαινεν, ανέβαινεν. Η Φραγκογιαννού επάτει. Η άμμος ενέδιδεν. Οι πόδες της εγλιστρούσαν.
Ο βράχος του Αγίου Σώζοντος απείχε περί τας δώδεκα οργυιάς από την ακτήν. Ο λαιμός της άμμου, το πέραμα, θα ήτο πλέον ή πεντήκοντα βημάτων το μήκος.
Το κύμα την έφθασεν έως το γόνυ, είτα ως την μέσην. Η άμμος εγλιστρούσε. Εγίνετο βάλτος, λάκκος. Το κύμα ανήλθεν έως το στέρνον της. Οι δύο άνδρες, οίτινες την εκυνήγουν, έρριψαν μίαν τουφεκιάν διά να την πτοήσουν. Είτα ηκούσθησαν αι φωναί των, φωναί αλαλαγμού και βεβαίας νίκης.
Η Φραγκογιαννού απείχεν ακόμη ως δέκα βήματα από τον Αϊ-Σώστην.
Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήση. εγονάτισεν. Εις το στόμα της εισήρχετο το αλμυρόν και πικρόν ύδωρ.
Τα κύματα εφούσκωναν αγρίως, ως να είχον πάθος. Εκάλυψαν τους μυκτήρας
(ρουθούνια) και τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα της Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν ακτήν, όπου της είχον δώσει ως προίκα έναν αγρόν, όταν νεάνιδα την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς της.

— Ω! να το προικιό μου! είπε.

Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης.

 

Απόσπασμα από τη νουβέλα Η Φόνισσα, που αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ξακουστού πεζογράφου και μεταφραστή.

Η Φόνισσα, ένα κατεξοχήν ψυχογραφικό έργο, δημοσιεύτηκε πρώτη φορά, σε συνέχειες, στο περιοδικό «Παναθήναια» το 1903, με υπότιτλο: «Κοινωνικόν μυθιστόρημα».

Κεντρικό πρόσωπο του εκτενούς διηγήματος είναι η Χαδούλα ή Φραγκογιαννού, η οποία, συνεπεία ατομικών εμπειριών και εσωτερικών διεργασιών, διακατέχεται από την παράλογη, εγκληματική ιδέα της βρεφοκτονίας και διαπράττει μια σειρά από φόνους μικρών κοριτσιών.

*Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Εμμανουήλ), γιος του ιερέα Αδαμαντίου Εμμανουήλ και της Γκιουλώς (Αγγελικής) Εμμανουήλ, το γένος Μωραΐτη, γεννήθηκε στη Σκιάθο το Μάρτιο του 1851.

Τελείωσε το δημοτικό και τις δύο πρώτες τάξεις του ελληνικού σχολείου στη γενέτειρά του. Ακολούθως φοίτησε σε σχολεία της Σκοπέλου, της Χαλκίδας και του Πειραιά, ενώ έλαβε απολυτήριο γυμνασίου από τη Βαρβάκειο Σχολή το 1874.

Το ίδιο έτος ενεγράφη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν αποφοίτησε ποτέ από αυτήν.

Νωρίτερα, το 1872, είχε ταξιδέψει στο Άγιο Όρος, όπου είχε παραμείνει μερικούς μήνες ως προσκυνητής.

Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, ο Παπαδιαμάντης εργαζόταν ως οικοδιδάσκαλος και ως μεταφραστής σε εφημερίδες και περιοδικά.

Το 1879 δημοσίευσε το ιστορικό μυθιστόρημα Η Μετανάστις στην εφημερίδα «Νεολόγος». Το 1882 άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το μυθιστόρημά του Οι Έμποροι των Εθνών στο περιοδικό «Μη χάνεσαι». Το 1884 άρχισε να δημοσιεύει στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το μυθιστόρημά του Η Γυφτοπούλα.

Από το 1902 έως το 1904 έζησε στη Σκιάθο, όπου συνέχισε το μεταφραστικό έργο του και τη συγγραφική δραστηριότητά του (το 1903 δημοσιεύτηκε Η Φόνισσα).

Απεβίωσε τον Ιανουάριο του 1911 λόγω πνευμονίας.

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ

ΠΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ

Τίτλος*
Γράψτε το σχόλιό σας*
Ονομα που θα εμφανιστεί στο σχόλιό σας
E-mail
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά

Γράψτε το κείμενο όπως το διαβάζετε παρακάτω:
Αν το κείμενο δεν είναι ευδιάκριτο, πατήστε εδώ να δημιουργηθεί νέο κείμενο.